ἐπίσκοπος

ὁ ἐπίσκοπος хранитель, блюститель, оберегатель.

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἐπίσκοπος" в других словарях:

  • επίσκοπος — ο епископ – священнослужитель высшего клира Церкви, принадлежащий к монашескому духовенству, главный пастырь своей епархии, пекущийся о благоустроении Святой Церкви и управляющий не только нижними чинами священства, но и всей вверенной от Бога… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἐπίσκοπος — 1 one who watches over masc nom sg ἐπίσκοπος 2 hitting the mark masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίσκοπος — επίσκοπος, ο και πίσκοπος, ο τίτλος ανώτατου εκκλησιαστικού λειτουργού, αρχιερέας, ιεράρχης, δεσπότης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • επίσκοπος — Ύψιστος βαθμός ιεροσύνης. Αρχικά, ο όρος σήμαινε επιθεωρητής, εποπτεύων, που οι Εβδομήκοντα χρησιμοποίησαν στην ελληνική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης με τη σημασία του κυβερνήτη και του άρχοντα· με την έννοια του ηγέτη μιας χριστιανικής… …   Dictionary of Greek

  • Νικόλαος, επίσκοπος Κίτρους — (Στενήμαχος 1840 – Αθήνα 1882). Κληρικός, λόγιος και πατριώτης από την Ανατολική Ρωμυλία. Σπούδασε στην Αθήνα (1853 56, 1858 66), δίδαξε στη Φιλιππούπολη (1867 71), στα Χανιά (1872) και στην Κωνσταντινούπολη (1873). Το 1875 χειροτονήθηκε στη… …   Dictionary of Greek

  • ἐπισκόπω — ἐπίσκοπος 1 one who watches over masc nom/voc/acc dual ἐπίσκοπος 1 one who watches over masc gen sg (doric aeolic) ἐπίσκοπος 2 hitting the mark masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἐπίσκοπος 2 hitting the mark masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκοπώτερον — ἐπίσκοπος 2 hitting the mark masc acc comp sg ἐπίσκοπος 2 hitting the mark neut nom/voc/acc comp sg ἐπίσκοπος 2 hitting the mark adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκόπως — ἐπίσκοπος 1 one who watches over masc acc pl (doric) ἐπίσκοπος 2 hitting the mark adverbial ἐπίσκοπος 2 hitting the mark masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπίσκοπον — ἐπίσκοπος 1 one who watches over masc acc sg ἐπίσκοπος 2 hitting the mark masc/fem acc sg ἐπίσκοπος 2 hitting the mark neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποθεινός — Επίσκοπος της Λιόν και μάρτυρας, που έζησε το 2o αι. μ.Χ., μαθητής του επίσκοπου Σμύρνης Πολύκαρπου. Στο πρώτο μισό του 2ου αι. έφυγε για τη Γαλλία, όπου, τελικά έγινε επίσκοπος. Το 177, τον συνέλαβαν, μαζί με άλλους χριστιανούς της Λιόν, και… …   Dictionary of Greek

  • Ραββουλάς — Επίσκοπος Έδεσσας της Συρίας. Γεννήθηκε στο Χαλέπι της Συρίας, το δεύτερο μισό του 4ου αι. Το 400 περίπου έγινε μοναχός και το 411 επίσκοπος. Καταπολέμησε τους αιρετικούς οι οποίοι προκαλούσαν ταραχές στην εκκλησία της Έδεσσας, ανακαίνισε και… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.